Posted by: euthumiossd | June 3, 2011

Άρθρο του Κώστα Βουρεκά

Περιβάλλον και Ανάπτυξη του Κώστα Βουρεκά

Δημοσίευση στο akea2011.wordpress.com

Αναφέρουμε μερικά αποσπάσματα του άρθρου :

Η σχέση της ανάπτυξης με το περιβάλλον είναι είναι άμεση και ταυτόχρονα ιδιαίτερα πολύπλοκη. Καταρχήν οι διαδικασίες της ανάπτυξης συνεπάγονται π.χ. την άντληση πρώτων υλών και τη διάθεση απορριμμάτων στο φυσικό περιβάλλον. Σήμερα όμως αποτελεί κοινό τόπο ότι η ικανότητα του φυσικού περιβάλλοντος να παρέχει πρώτες ύλες και να απορροφά απορρίμματα δεν είναι απεριόριστη. Επομένως ο καπιταλισμός ως ένα σύστημα στο οποίο οι επιταχυνόμενοι ρυθμοί ανάπτυξης αποτελούν αναγκαιότητα θέτει σε άμεσο κίνδυνο το σύνολο των οικοσυστημάτων. Κάθε επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης – και κατά μείζονα λόγο οι αρνητικοί ρυθμοί ανάπτυξης – συνιστούν οικονομική ύφεση και κρίση, με τα δραματικά αποτελέσματα που αναδεικνύονται στην εποχή μας. Όμως αποδεικνύεται ότι η έννοια της ανάπτυξης δεν συνδέεται μονοσήμαντα με τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Αυτό το τελευταίο αποτελεί διακύβευμα της ταξικής πάλης. Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η σύλληψη της έννοιας της ανάπτυξης με ποσοτικά κριτήρια όπως π.χ. ο ρυθμός αύξησης του Α.Ε.Π. Στο επίκεντρο κάθε οικολογικού προβληματισμού βρίσκεται η σχέση αυτών των κριτηρίων με το περιβάλλον. …

88888888888888888888888888888888888888888888888888888888888888

…στο πλαίσιο της παραδοσιακής έννοιας της ανάπτυξης, αξίζει να αναφέρουμε και την τυπική άποψη ότι η ανάπτυξη με την έννοια της μεγέθυνσης οδηγεί σε συνολική άνοδο του βιοτικού επιπέδου μέσω του μηχανισμού της «διάχυσης προς τα κάτω των οικονομικών ωφελημάτων» (trickle down effect). Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη π.χ. οι άμεσες επενδύσεις κεφαλαίου από τις ανεπτυγμένες χώρες στις υπανάπτυκτες, δημιουργούν θέσεις εργασίας και εισοδήματα για τους φτωχούς κατοίκους τους, κάτι που σημαίνει περισσότερη ενεργό ζήτηση και κατά συνέπεια μεγαλύτερη παραγωγή βασικών αγαθών, άρα άνοδο του βιοτικού επιπέδου και συνολικά της οικονομίας αυτών των χωρών. Στο πλαίσιο των ήδη ανεπτυγμένων χωρών, «μεγαλώνει η πίτα» του εθνικού πλούτου, γεγονός που συνεπάγεται μεγαλύτερο πλεόνασμα προς φορολόγηση και άρα περισσότερα κονδύλια για να διαθέσουν οι κυβερνήσεις στην καταπολέμηση της φτώχειας.

0000000000000000000000000000000000000000000000000000000


… Εδώ και λίγες δεκαετίες έχουν γίνει φανερά τα όρια που το φυσικό περιβάλλον θέτει στην ανάπτυξη. Η ανάπτυξη αυτή καθεαυτή προϋποθέτει γενικά την άντληση πόρων, πρώτων υλών, ενέργειας κτλ. από το φυσικό περιβάλλον και την απόρριψη αποβλήτων. Η ικανότητα όμως του περιβάλλοντος να προμηθεύει πόρους και να απορροφά απόβλητα είναι εμφανές ότι δεν είναι απεριόριστη. Σήμερα τα προβλήματα στη σχέση της ανάπτυξης με το περιβάλλον είναι προφανή σε όλα τα πεδία και τείνουν να επιδεινώνονται. Η καταστροφή του στρώματος του όζοντος και η υπερθέρμανση του πλανήτη, ο αφανισμός των τροπικών δασών και των κοραλλιογενών νήσων, οι αλιευτικές καταχρήσεις, η εξαφάνιση διάφορων ειδών και η απώλεια της γενετικής ποικιλότητας, η αυξανόμενη τοξικότητα του περιβάλλοντος και της τροφής μας, η απερήμωση, η συρρίκνωση των υδάτινων αποθεμάτων και η έλλειψη καθαρού νερού, η ραδιενεργός μόλυνση κ.α. είναι ίσως τα σημαντικότερα.

********************************************************************

Στη σύγχρονη οικολογική σκέψη ο όρος βιωσιμότητα ή αειφορία (sustainability) παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1982 από τον I.Sachs, για τον οποίο αειφορία των συστημάτων είναι εκείνη η δυναμική κατάσταση των συστημάτων, των οποίων η φέρουσα ικανότητα δεν διαρρηγνύεται.

Η πρόταση για την καθιέρωση του όρου της βιώσιμης ανάπτυξης (sustainable development) και των πολιτικών που τον συνοδεύουν, εισάγεται επίσημα στη δημόσια συζήτηση το 1987 από την τότε πρωθυπουργό της Νορβηγίας G.H.Brundtland, συντονίστρια των εργασιών της Παγκόσμιας Επιτροπής για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, η οποία στο πλαίσιο του Ο.Η.Ε. εκπόνησε την έκθεση με τίτλο «το κοινό μας μέλλον». Στην έκθεση αυτή, αειφόρος ορίζεται η ανάπτυξη η οποία ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος, χωρίς να διακυβεύει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες.

0000000000000000000000000000000000000000000000000000000

Υιοθετώντας τη λογική της επιταχυνόμενης οικονομικής μεγέθυνσης, δηλαδή το συμβατικό αναπτυξιακό υπόδειγμα, η βιώσιμη ανάπτυξη καθίσταται κυρίαρχη ιδεολογία. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο καθίσταται σαν έννοια αρκετά ασαφής στο βαθμό που την επικαλούνται σχεδόν οι πάντες, συμπεριλαμβανομένων ενίοτε και αντιθετικών απόψεων. Εξαρτάται αν η έμφαση δίνεται στην βιωσιμότητα ή στην ανάπτυξη: για παράδειγμα στο πλαίσιο των εργασιών της συνδιάσκεψης του Ρίο η θέση της αμερικάνικης κυβέρνησης ήταν ότι η έννοια της «βιώσιμης ανάπτυξης» σημαίνει κατά πρώτο λόγο ότι πρέπει να καταπολεμηθεί κάθε περιβαλλοντικός στόχος ο οποίος μπορεί να ερμηνευτεί ως ανασταλτικός παράγοντας της ανάπτυξης.

888888888888888888888888888888888888888888888888888888888888

Η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης έχει και θετικές πλευρές. Υπήρξε χρήσιμο εργαλείο κριτικής σε πολλές αντιπεριβαλλοντικές αναπτυξιακές επιλογές, ενώ πολύ σημαντική είναι η λεγόμενη «αρχή της πρόληψης», σύμφωνα με την οποία όταν ο καθορισμός της φέρουσας ικανότητας ενός οικοσυστήματος ή και ολόκληρης της βιόσφαιρας δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί επιστημονικά με ακρίβεια, πρέπει να αποφεύγεται η διακινδύνευση της πρόκλησης μη αντιστρεπτών βλαβών.

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο εισηγητής της έννοιας της βιωσιμότητας I.Sachs, δεν αποδέχεται το συμβατικό αναπτυξιακό υπόδειγμα, καθώς απορρίπτει την μεγεθυντική και εντατική παραγωγικότητα σε όφελος μιας μορφής οικονομικής οργάνωσης μικρής κλίμακας, με κύρια χαρακτηριστικά την αποκέντρωση πόρων, πληθυσμού και δραστηριοτήτων, την τοπικότητα και την ποικιλομορφία. Απορρίπτει επίσης τον καταναλωτισμό, προτείνοντας την αυτό-παραγωγή μιας σειράς βασικών αγαθών όπως τα τρόφιμα και τέλος απορρίπτει ρητά την εφαρμογή του συγκριτικού πλεονεκτήματος και της περιφερειακής εξειδίκευσης, καθώς η παραγωγική «μονοκαλλιέργεια» οδηγεί σε οικονομική εξάρτηση από παράγοντες που δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν, όπως το χρηματιστηριακό κεφάλαιο. Αρκεί μια αιφνίδια μεταβολή των δεδομένων για να οδηγηθούν ολόκληρες κοινωνίες σε οικονομική κρίση και μεγάλης έκτασης εκπτώχευση.

======================================================

Στις παραπάνω αρχές έχει ασκηθεί καταλυτική κριτική. Στο πλαίσιο της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς το οποίο η έκθεση θεωρεί δεδομένο, αυτό που υπονοείται με την έννοια της ανάπτυξης που θα εξαλείψει τη φτώχεια, είναι το φαινόμενο της διάχυσης των οικονομικών ωφελημάτων προς τα κάτω (trickle down effect). Όμως στην πραγματικότητα πολύ μικρό ποσοστό από τον πλούτο που δημιουργεί η ανάπτυξη με την έννοια της μεγέθυνσης διαχέεται στα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα. Το μεγαλύτερο ποσοστό το καρπώνονται οι ήδη σχετικά πλούσιοι. Ακόμα και στο εσωτερικό των ανεπτυγμένων χωρών το γεγονός ότι πράγματι «μεγαλώνει η πίτα» του εθνικού πλούτου δεν έχει σαν αποτέλεσμα την εξάλειψη της φτώχειας αλλά την αύξηση των ανισοτήτων. Σχετικά λίγα άτομα πλουτίζουν γρήγορα, οι υπόλοιποι μένουν στάσιμοι ενώ πολλοί φτωχαίνουν. Αντίστοιχα και σε ότι αφορά το σημείο β), μπορούμε να πούμε ότι δεν είναι η ανάγκη εξάλειψης της φτώχειας αυτή καθεαυτή που προκαλεί τα περιβαλλοντικά προβλήματα στις υπανάπτυκτες χώρες, αλλά η αντίληψη ότι η φτώχεια θα εξαλειφθεί μέσω της οικονομικής μεγέθυνσης.

))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))))

Όσον αφορά τη θέση που υπονοείται, ότι η ανάπτυξη με την έννοια της μεγέθυνσης θα οδηγήσει σε μεγαλύτερα κέρδη, τα οποία θα μπορούν να επενδυθούν σε «πράσινες» τεχνολογίες ή όταν φορολογηθούν θα μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση των πόρων για την προστασία του περιβάλλοντος, σχολιάζεται από τον T.Trainer ως εξής: «είναι σαν να λες πρέπει να τρώω περισσότερο για να έχω περισσότερη ενέργεια ώστε να γυμνάζομαι κι έτσι να χάσω βάρος.»  Τέλος σε ότι αφορά το γ), σύμφωνα με τον Τ.Φωτόπουλο «αν και θα συμφωνούσε κανείς ότι έχουν επιτευχθεί κάποια οφέλη ως προς τον έλεγχο της μόλυνσης και την αποτελεσματική χρήση της ενέργειας και των φυσικών πόρων, εν τούτοις δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι τα οικολογικά προβλήματα έχουν καταστεί, ως αποτέλεσμα αυτών των δραστηριοτήτων, λιγότερο σοβαρά ή λιγότερο απειλητικά. Μάλιστα, φαίνεται ότι ισχύει το αντίθετο με όλα τα μεγάλα οικολογικά προβλήματα, δηλαδή το φαινόμενο του θερμοκηπίου, την όξινη βροχή, τη μείωση του όζοντος, την αποψίλωση των δασών, την ερημοποίηση, την καταστροφή των ειδών κτλ.» 

((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((((

Για παράδειγμα ας υποθέσουμε ότι έχουμε ένα εργοστάσιο το οποίο προκαλεί ρύπανση της ατμόσφαιρας μέσω των καυσαερίων που παράγει. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η λύση είναι η μετατροπή του καθαρού αέρα σε αγοραίο προϊόν, η κοστολόγησή του και η ενσωμάτωση του κόστους της περιβαλλοντικής ζημιάς στον ισολογισμό του εργοστασίου. Πρακτικά αποδίδεται μια τιμή στην ατμοσφαιρική ρύπανση την οποία πληρώνοντάς την ο εργοστασιάρχης υποτίθεται ότι παύει να την εξωτερικεύει μετακυλίωντας την στην κοινωνία. Από εκεί και πέρα, εκτός από την επιβολή φόρων οι οποίοι θα αυξάνουν το κόστος πρόκλησης περιβαλλοντικής ζημιάς ή ενδεχομένως επιδοτήσεων οι οποίες θα αυξήσουν την ωφέλεια από περιβαλλοντικές αναβαθμίσεις, το κράτος αναλαμβάνει να ιδρύσει αγορές καθαρού αέρα, εκδίδοντας εμπορεύσιμες άδειες ρύπανσης. Έτσι γίνεται επιτρεπτή η ρύπανση έως ένα σημείο και δίνεται η δυνατότητα στους εργοστασιάρχες που μειώνουν τη ρύπανση που προκαλούν τα εργοστάσια τους παρακάτω απ’ αυτό το σημείο, να επωφεληθούν από την πώληση των αδειών ρύπανσης στους συναδέλφους τους που εξακολουθούν να ρυπαίνουν ακατάπαυστα. Αυτή άλλωστε είναι και η κεντρική ιδέα του Πρωτοκόλλου του Κυότο. Η εσωτερίκευση, η ένταξη στους ισολογισμούς των επιχειρήσεων του περιβαλλοντικού κόστους όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση που αντιμετωπιζόταν ως εξωτερικός παράγοντας, δηλαδή ως κόστος που δεν επιβαρύνει την επιχείρηση αλλά το σύνολο της κοινωνίας, είναι η κεντρική ιδέα της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει».

&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&

Βέβαια η αρχή ότι τα περιβαλλοντικά κόστη χρεώνονται στους ατομικούς υπαίτιους της ρύπανσης έχει πλήρη εφαρμογή στους απλούς καταναλωτές. Οι επιχειρήσεις απλώς τους μεταθέτουν το κόστος με τη μορφή υψηλότερων τιμών. Αυτός άλλωστε είναι και ο αντικειμενικός στόχος: να ακριβύνουν τα προϊόντα του εργοστασίου που ρυπαίνει πολύ, ώστε να καταστούν ανταγωνιστικά τα ακριβά αλλά καθαρά υποκατάστατα. Πρόκειται για μια ολόκληρη αντίληψη σύμφωνα με την οποία η πραγματική πηγή της περιβαλλοντικής ζημιάς δεν είναι οι επιχειρήσεις αλλά οι «σπάταλοι» καταναλωτές των ανεπτυγμένων χωρών, οι οποίοι όμως σε γενικές γραμμές απλά ακολουθούν ένα μοντέλο ζωής που περισσότερο τους έχει επιβληθεί παρά το έχουν επιλέξει (αυτό βέβαια δεν απαλλάσσει τον καθένα από την ατομική του ευθύνη). Στο πλαίσιο αυτό έχουν φτάσει στο σημείο να θεωρούνται «οικολογικά» μέτρα η αύξηση των τιμολογίων π.χ. του νερού ή του ηλεκτρικού ρεύματος ή η αύξηση των φόρων στα καύσιμα.

&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&&

Φυσικά η εμπορευματοποίηση του φυσικού περιβάλλοντος συμβαδίζει με την εμπορευματοποίηση στοιχείων του κτισμένου, αστικού περιβάλλοντος που οδηγεί στην αύξηση της έμμεσης φορολόγησης. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης η λύση για το πρόβλημα της στάθμευσης είναι η εμπορευματοποίηση – ιδιωτικοποίηση των θέσεων στάθμευσης με την εγκατάσταση παρκόμετρων, η λύση για το κυκλοφοριακό πρόβλημα είναι η εμπορευματοποίηση – ιδιωτικοποίηση του οδικού δικτύου με την εγκατάσταση διοδίων κτλ. Παρόμοιας λογικής είναι και η χρέωση εισιτηρίων σε πάρκα και παραλίες προκειμένου να περιοριστεί η είσοδος σύμφωνα με τη δυνατότητα επιβολής του αντιτίμου.

++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» εύκολα μετατρέπεται στο αντίστροφό της «ο πληρώνων ρυπαίνει». Η μετατροπή της βιόσφαιρας σε ένα σύνολο ξεχωριστών αγαθών και υπηρεσιών και η απόπειρα κοστολόγησης της μόλυνσης της, επιτρέπουν σε ιδιώτες, επιχειρήσεις ή κράτη να αγοράζουν το δικαίωμά τους να ρυπαίνουν.

Μια εύλογη κριτική σ’ αυτήν την κυρίαρχη αντίληψη περί βιώσιμης ανάπτυξης είναι ότι ακόμη και αν το σύνολο ή έστω το μεγαλύτερο μέρος του περιβαλλοντικού κόστους που συνεπάγεται η ανάπτυξη ενσωματώνονταν στην αγορά (πράγμα μάλλον απίθανο καθώς θα συνεπάγονταν είτε μείωση των κερδών των επιχειρήσεων, είτε προϊόντα και υπηρεσίες πολύ ακριβά για τους καταναλωτές επομένως πάλι μείωση των κερδών, άρα αναστολή της ανάπτυξης), με αυτόν τον τρόπο απλά θα εγκαινιαζόταν μια εποχή πλήρους εμπορευματοποίησης της φύσης και ολοκληρωτικής καθυπόταξής της στους νόμους της αγοράς. Η λύση αυτή φαντάζει χειρότερη από το πρόβλημα. Η μετατροπή της φύσης σε καταναλωτικό αγαθό οδηγεί αναπόφευκτα στη συνεχή υποβάθμιση της και στη καταστροφή των πιο πολύτιμων στοιχείων της.

||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||

Η αιτία βρίσκεται στην ίδια τη φύση της σημερινής εμπορευματικής καπιταλιστικής οικονομίας. Το μέσο ποσοστό κέρδους πρέπει να συνεχίζει να αυξάνεται και η συσσώρευση του κεφαλαίου να πραγματοποιείται σε μια κλίμακα ολοένα και μεγαλύτερη. Το αντίθετο συνεπάγεται οικονομική κρίση. Η επέκταση αυτή δεν γνωρίζει όρια και δεν λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις στη βιόσφαιρα και τα όρια που θέτουν οι φυσικές διεργασίες. Η πηγή των προβλημάτων του περιβάλλοντος δεν είναι η αποτυχία ενσωμάτωσης μεγάλης μερίδας στοιχείων της φύσης στην οικονομία, αλλά ακριβώς αυτή η αναγωγή της φύσης ολοένα και περισσότερο σε ανταλλακτικές αξίες, η κατάλυση όλων των ποιοτικών σχέσεων και η μετατροπή τους σε ποσοτικές με όρους χρηματικής αξίας.

++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++

Η απόπειρα προστασίας του περιβάλλοντος μέσω της εμπορευματοποίησης του, περιέχει στον πυρήνα της και έναν επιπλέον κίνδυνο. Κάποιες μορφές μείωσης της ρύπανσης συνειδητά απορρίπτονται επειδή δεν είναι με οικονομικούς όρους αποδοτικές, όπως προκύπτει από την ανάλυση κόστους – οφέλους. Το αντίθετο θα συνέβαινε αν αντιλαμβανόμασταν το φυσικό περιβάλλον σαν απόλυτη αξία.

Η διαδικασία κοστολόγησης της φύσης είναι στην ουσία της ανορθολογική και τελικά αντιεπιστημονική, καθώς καταργεί όλες τις ποιοτικές σχέσεις, μετατρέποντας τις σε ποσοτικές.

ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ

Τέλος αξίζει να αναφέρουμε ότι μια πολιτική που βασίζεται στην κοστολόγηση του φυσικού και κτισμένου περιβάλλοντος αποτυγχάνει στην κοινωνική της διάσταση καθώς οξύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις, τείνει να περιορίζει το δημόσιο χαρακτήρα του φυσικού και αστικού περιβάλλοντος και ρέπει στην έμμεση φορολόγηση και στην τελική μετακύλιση του κόστους στους πολίτες ακόμα και των χαμηλότερων εισοδημάτων και σε πολιτικές που δικαίως γίνονται αντιληπτές ως εισπρακτικά μέτρα.

ΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖ

Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, τα αίτια της υπανάπτυξης δεν αναζητούνται στην έλλειψη ενσωμάτωσης του Τρίτου Κόσμου στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα αλλά αντίθετα «ανάπτυξη» και «υπανάπτυξη» είναι οι δύο πλευρές της ίδιας διαδικασίας που συντελείται στο πλαίσιο του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος. Μεταξύ των χωρών της περιφέρειας που παράγουν προϊόντα του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας και των χωρών του κέντρου που παράγουν προϊόντα του δευτερογενούς, συντελούνται άνισες ανταλλαγές. Για παράδειγμα ο εργάτης ενός ορυχείου στον Τρίτο Κόσμο εξορύσσει μια πρώτη ύλη, η αξία της οποίας είναι συνάρτηση του μέσου αναγκαίου χρόνου εργασίας για την εξόρυξη. Αυτή θα πωληθεί στον Πρώτο Κόσμο και όταν θα την ξαναγοράσει με τη μορφή του βιομηχανικού προϊόντος, στην αξία του προϊόντος θα έχει προστεθεί η εργασία του εργάτη του εργοστασίου, του υπάλληλου που το σχεδίασε και πολλές άλλες δαπάνες. Επομένως όσο πιο κοντά είναι ο καταναλωτής στην πρωτογενή παραγωγή, τόσο πιο χαμηλής τιμής προϊόντα παράγει, και τόσο πιο υψηλής τιμής προϊόντα καταναλώνει.

__________________________________________________________

__________________________________________________________

Γενικεύοντας, η εξάπλωση του καπιταλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, συνεπάγεται την εξάπλωση ενός διεθνούς καταμερισμού εργασίας, στο πλαίσιο της οποίας μια χώρα η οποία εξάγει π.χ. αγροτικά προϊόντα για να εισάγει βιομηχανικά, αντιμετωπίζει ένα διαρκές εμπορικό έλλειμμα και η υπανάπτυξή της βαθαίνει, καθίσταται εξαρτημένη. Η ανάπτυξή της περνάει από τη διάρρηξη των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων της εξάρτησης, την απόσπαση από το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα και την αυτόνομη ανάπτυξη όλων των τομέων της οικονομίας. Συνεπώς το ζήτημα της απελευθέρωσης από τον ιμπεριαλισμό και ταυτόχρονα της κοινωνικής επανάστασης θεωρήθηκε με αυτό το σκεπτικό ώριμο και επίκαιρο στις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Η πολιτική στρατηγική που απορρέει από αυτές τις θέσεις υπήρξε στις χώρες της περιφέρειας και ειδικά στη Λατινική Αμερική τη γενέτειρα του νεομαρξιστικού ρεύματος, πολύ πιο αποτελεσματική από αυτή του ορθόδοξου μαρξισμού που περίμενε τις συνθήκες να ωριμάσουν. Τα ορθόδοξα κομμουνιστικά κόμματα της περιοχής βρέθηκαν έτσι στο περιθώριο των εξελίξεων με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Κούβα.

__________________________________________________________

Αναμφισβήτητα όμως ένα σύγχρονο βιώσιμο σύστημα παραγωγής, μεταφοράς και κατανάλωσης τροφίμων, θα πρέπει να βασίζεται στο τρίπτυχο οικολογικές (βιολογικές) μέθοδοι παραγωγής τροφίμων, επιστροφή των θρεπτικών συστατικών στο έδαφος και άρση της χωρικής διάστασης των χώρων παραγωγής με τους χώρους κατανάλωσης τροφίμων. Η τελευταία συνεπάγεται άρση της αντίθεσης πόλης – υπαίθρου και επομένως αξιοποίηση όλων των τοπικών πόρων στο επίπεδο της κοινότητας. Ο Τζ.Μπ.Φόστερ στο βιβλίο του «οικολογία και καπιταλισμός», εκκινώντας από μια θέση του ίδιου του Μαρξ παρουσιάζει μια σύγχρονη μαρξιστική προσέγγιση του ζητήματος. Μπορεί στην εποχή του Μαρξ να μην υπήρχε το οικολογικό πρόβλημα στις σημερινές του διαστάσεις, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον δεν είχε αρχίσει ήδη να παρουσιάζει προβλήματα. Το μεγάλο περιβαλλοντικό πρόβλημα της εποχής ήταν η λεγόμενη κρίση γονιμότητας του εδάφους, η οποία είναι σύγχρονη της βιομηχανικής επανάστασης και της συνακόλουθης όξυνσης της αντίθεσης μεταξύ πόλης και υπαίθρου. Η αστικοποίηση, η συγκέντρωση των ανθρώπων στις πόλεις, δηλαδή η απομάκρυνση των ανθρώπων (και των ζώων) από τις καλλιέργειες και η αύξηση της απόστασης των κέντρων κατανάλωσης από τα κέντρα παραγωγής τροφίμων, επέφερε τη διαταραχή του κύκλου των θρεπτικών συστατικών του εδάφους, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της φυσικής γονιμότητας του. Ο κύκλος αυτός συνίσταται στην επιστροφή στο έδαφος των θρεπτικών εκείνων στοιχείων που καταναλώνονται από τον άνθρωπο και τα ζώα. Μέσω της διάστασης της πόλης από την ύπαιθρο τα συστατικά αυτά αντί να επιτίθενται στο έδαφος βελτιώνοντας τη γονιμότητα του, όπως γινόταν επί αιώνες, απομακρύνονται από την καλλιέργεια και ρυπαίνουν το περιβάλλον με τη μορφή των βοθρολυμάτων. Κατά την περίοδο από το 1830 έως το 1870 η εξάντληση της φυσικής γονιμότητας του εδάφους λόγω της απώλειας των θρεπτικών συστατικών του, ήταν η κύρια οικολογική ανησυχία της καπιταλιστικής κοινωνίας τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Βόρεια Αμερική. Αυτή η περίοδος έγινε μάρτυρας της ανάπτυξης του «ιμπεριαλισμού του γκουάνο»,[1] καθώς οι χώρες χτένιζαν τον πλανήτη για φυσικά λιπάσματα, της εμφάνισης της μοντέρνας εδαφολογίας, της σταδιακής εισαγωγής συνθετικών λιπασμάτων και της διατύπωσης ριζοσπαστικών απόψεων για την ανάπτυξη μιας βιώσιμης γεωργίας, με τελικό στόχο την εξάλειψη του ανταγωνισμού μεταξύ πόλης και υπαίθρου. Σήμερα μια ολοένα βαθύτερη κατανόηση της οικολογικής ζημιάς λόγω της χρήσης συνθετικών χημικών εισροών, η κλίμακα της οποίας αυξήθηκε πάρα πολύ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει προκαλέσει νέο ενδιαφέρον για τη βιώσιμη γεωργία, στην οποία ο κύκλος των θρεπτικών συστατικών του εδάφους παίζει έναν κεντρικό ρόλο. Η ανάγκη δημιουργίας μιας οικολογικά ασφαλούς σχέσης μεταξύ ανθρώπων κι εδάφους ανακαλύπτεται εκ νέου.

======================================================

Εκείνη την εποχή ο Μαρξ έρχεται να υποστηρίξει σε γενικές γραμμές ότι η μη βιωσιμότητα της καπιταλιστικής γεωργίας συνδέεται με τον ανταγωνισμό μεταξύ πόλης και υπαίθρου, από τον οποίο έχει αναδειχθεί η αστική κοινωνία. Στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου γράφει:

«Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή μαζί με τη διαρκώς αυξανόμενη υπεροχή του αστικού πληθυσμού, που τον συγκεντρώνει σε μεγάλα κέντρα, από τη μια μεριά συσσωρεύει την ιστορική κινητήρια δύναμη της ιστορίας, ενώ από την άλλη διαταράσσει την ανταλλαγή της ύλης ανάμεσα στον άνθρωπο και τη γη, δηλαδή την επιστροφή στο έδαφος των συστατικών του εδάφους που καταναλώνει ο άνθρωπος με τη μορφή της τροφής και της ένδυσης, και επομένως τον αιώνιο όρο αέναης γονιμότητας του εδάφους. […] Κάθε πρόοδος της κεφαλαιοκρατικής γεωργίας, δεν είναι πρόοδος μόνο στην τέχνη καταλήστευσης του εργάτη, μα και στην τέχνη καταλήστευσης του εδάφους, κάθε πρόοδος στην άνοδο της γονιμότητας του για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα είναι ταυτόχρονα και πρόοδος στην καταστροφή των μόνιμων πηγών αυτής της γονιμότητας. […] Επομένως, η κεφαλαιοκρατική παραγωγή αναπτύσσει μόνο την τεχνική και το συνδυασμό του κοινωνικού προτσές παραγωγής, υποσκάπτοντας ταυτόχρονα τις πηγές απ’ όπου αναβλύζει κάθε πλούτος: το έδαφος και τον εργάτη.»

======================================================

Η κρίση γονιμότητας του εδάφους αντιμετωπίζεται με την εισαγωγή στην αρχή φυσικών και στη συνέχεια συνθετικών λιπασμάτων. Η τεχνολογική εξέλιξη στον τομέα επέφερε μεγάλη διαθεσιμότητα φτηνών αζωτούχων λιπασμάτων μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, που με τη σειρά της έθεσε σε κίνηση μια σειρά αλλαγών. Οι αλλαγές αυτές οδήγησαν τελικά και στην απομάκρυνση των ζώων από τα εδάφη που παράγουν την τροφή τους. Η τάση αυτή ενισχύθηκε και από την επιτάχυνση της ανάπτυξης στην γεωργική παραγωγή, τη μεταποίηση και το μάρκετινγκ, καθώς οι επιχειρήσεις άρχισαν να ενθαρρύνουν την εκτροφή ζώων στις μεγάλες εγκαταστάσεις τους. Επομένως, η παραγωγή ζώων συγκεντρώθηκε σε συγκεκριμένες περιοχές εντείνοντας την τάση εξάντλησης των θρεπτικών στοιχείων και της οργανικής ύλης στα καλλιεργούμενα εδάφη. Επίσης οι σκληρές συνθήκες υπό τις οποίες εκτρέφονται τα ζώα στις μεγάλης κλίμακας παραγωγικές εγκαταστάσεις, ευνοούν κατ’ αρχήν την ανάπτυξη και την διάδοση ασθενειών, επιβάλλοντας τη συχνή χρήση αντιβιοτικών. Η συνεχής χρήση φαρμάκων προκαλεί αντιβιοτική μόλυνση της τροφής και την ανάπτυξη βακτηρίων ανθεκτικών στα αντιβιοτικά, με αποτέλεσμα να προκαλείται κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία.

Η έλλειψη καλής αμειψισποράς (καλλιέργειας που περιλαμβάνει και αγρανάπαυση), κυρίως λόγω της διαθεσιμότητας φθηνών συνθετικών λιπασμάτων, έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια εδαφικής οργανικής ύλης και τη μείωση της ποικιλότητας οργανισμών στο έδαφος. Αυτή η υποβάθμιση της ποιότητας του εδάφους επιτρέπει την ανάπτυξη μεγάλων πληθυσμών νοσηρών οργανισμών και φυτικών παρασίτων, που κανονικά θα ελέγχονταν από μια πολυειδή κοινότητα ανταγωνιστικών οργανισμών. Επίσης τα άρρωστα φυτά έχουν την τάση να προσελκύουν περισσότερα έντομα από τα υγιή. Το επακόλουθο είναι να χρησιμοποιούνται μεγαλύτερες ποσότητες φυτοφαρμάκων στην προσπάθεια να εξοντωθούν οργανισμοί οι οποίοι προκύπτουν από την υποβάθμιση του εδάφους. Μέσω της σύγχρονης, βιομηχανοποιημένης γεωργίας δεν μειώνεται η βιοποικιλότητα μόνο των μικροοργανισμών στα καλλιεργούμενα εδάφη.

Η καλλιέργεια τροφίμων με σκοπό την πώληση τους σε απομακρυσμένες αγορές απαιτεί ένα υψηλό επίπεδο ειδίκευσης στο πλαίσιο του ανταγωνισμού με παραγωγούς που βρίσκονται σε άλλες χώρες κατά μήκος της υδρογείου. Θα καλλιεργηθούν λοιπόν μόνο αυτές οι ποικιλίες που είναι σε θέση να αντέξουν την αποθήκευση και μεταφορά σε μεγάλες αποστάσεις και να διατηρούν καλή εμφάνιση στο ράφι του σούπερ μάρκετ, σε βάρος των τοπικών πιο εύγευστων ή πιο θρεπτικών ποικιλιών.

====================================================

… από τις διαπιστώσεις του Μαρξ καταλήγουμε σε μία ανάλυση η οποία προσπαθεί να ερμηνεύσει μία σειρά σύγχρονων περιβαλλοντικών προβλημάτων όπως η μείωση της βιοποικιλότητας, η κατάχρηση χημικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, οι διατροφικές κρίσεις κ.ά

Ταυτόχρονα η βιομηχανοποιημένη, εξειδικευμένη γεωργία καταστρέφει τους μικρούς παραγωγούς στις «ανεπτυγμένες» χώρες, οι οποίοι αφενός δεν έχουν τη δυνατότητα να παράγουν αρκετά φτηνά και σε ικανοποιητικές ποσότητες για τους λεγόμενους «ενδιάμεσους» στην αλυσίδα παραγωγής τροφίμων και αφετέρου είναι υποχρεωμένοι να βασίζονται στις επιδοτήσεις για να ανταγωνιστούν το πολύ χαμηλό κόστος εργασίας στις «υπανάπτυκτες» χώρες. Στις τελευταίες τα τρόφιμα που παράγονται δεν αντιμετωπίζονται σαν τρόπος εξασφάλισης του πληθυσμού από τον κίνδυνο της πείνας αλλά σαν εμπορεύματα για εξωτερικό εμπόριο, αποπληρωμή των χρεών και προσπορισμό ξένου συναλλάγματος. Έτσι τα πλέον εύφορα εδάφη στον Τρίτο Κόσμο καταλαμβάνονται από εξαγωγικές μονοκαλλιέργειες. Οι μόνοι που ωφελούνται από αυτή την κατάσταση είναι οι «ενδιάμεσοι»: οι μεγάλες εταιρείες μεταφοράς, επεξεργασίας και συσκευασίας, διανομής και λιανικής πώλησης τροφίμων, που κρατάνε χαμηλά τις τιμές που αποδίδουν στους παραγωγούς ενώ αυξάνουν τις τιμές για τους καταναλωτές.

00000000000000000000000000000000000000000000000000000

Μια σύγχρονη μαρξιστική προσέγγιση των σχέσεων περιβάλλοντος και ανάπτυξης μπορούμε να πούμε ότι περνάει από την αμφισβήτηση της ταύτισης ανάπτυξης και οικονομικής μεγέθυνσης. Αυτό συμπεριλαμβάνει την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του δείκτη του  ρυθμού αύξησης του Α.Ε.Π. ως μέτρο της οικονομικής απόδοσης, της ανάπτυξης, του εθνικού πλούτου και τελικά της προόδου. Πρόκειται για μια κριτική προσέγγιση στις κυρίαρχες αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες η σύνθεση του εθνικού πλούτου είναι αδιάφορη και το ερώτημα ποιος επωφελείται από την αύξηση του εθνικού προϊόντος δεν τίθεται καν. Το κατά κεφαλήν Α.Ε.Π. θεωρείται μέτρο του βιοτικού επιπέδου, ενώ στην πραγματικότητα δεν αποτελεί παρά το συνολικό χρηματικό εισόδημα μιας χώρας διαιρούμενο με τον πληθυσμό της, αποκρύπτοντας έτσι τον παράγοντα της περισσότερο ή λιγότερο άνισης κατανομής του εθνικού πλούτου. Εφόσον η κυριότερη μέριμνα είναι η αύξηση του συνολικού όγκου της εμπορευματικής παραγωγής, οι ορθολογικές οικονομικές αποφάσεις που παίρνονται σε αυτή την κατεύθυνση, έχουν απολύτως ανορθολογικά αποτελέσματα. Σύμφωνα π.χ. με τον αυστραλό θεωρητικό της «κατάλληλης ανάπτυξης» Τ.Trainer «σε γενικές γραμμές μπορεί να πραγματοποιηθούν πολύ περισσότερα κέρδη από την κατασκευή σχετικά εφήμερων, περίτεχνων ή ακριβών πραγμάτων για σχετικά πλούσιους ανθρώπους, παρά από την κατασκευή ειδών πρώτης ανάγκης για τους φτωχούς. Έτσι ο συμβατικός οικονομολόγος υποστηρίζει ότι στον Τρίτο Κόσμο είναι πολύ πιο αποδοτικό και παραγωγικό να επενδύει κανείς χρήματα στην παραγωγή λουλουδιών για εξαγωγή, παρά τροφίμων για τους λιμοκτονούντες».

Ο ανορθολογισμός αυτός προκύπτει από την κατάλυση των ποιοτικών σχέσεων και την αποκλειστική ενασχόληση με τις ποσοτικές, από την υπεραπλούστευση της πολυδιάστατης φύσης του προβλήματος της ανάπτυξης.


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Categories

%d bloggers like this: